Τετάρτη 25 Μαρτίου 2020

ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΗ

Μὲ τὴν εὐκαιρία της συμπληρώσεως 199 χρόνων από τὴν ἐπανάσταση τοῦ 1821 παρουσιάζουμε τὸ ἄσμα τοῦ Βασίλη

Ποιος είναι ο Βασίλης δὲν εἶναι ἐξακριβωμένο. 

Μία παραλλαγή λέγει ὅτι ἦταν γιος παπαδιάς ἀπὸ τὴν Ράψανην τῆς Θεσσαλίας, ἄλλη μνημονεύει ὡς πατρίδα του τὸ Πυρνάρι τῆς Ποταμιάς, παρὰ τὴν Ἐλασσώνα. 

Ἡ μὲν τὸν θέλει σύντροφο τῶν Θεσσαλών ὁπλαρχηγῶν Μάνταλου και Μπασδέκη, ἡ δὲ τοῦ Μπουκουβάλα....
 
Σὲ ἄλλη πάλι παραλλαγή ἀντὶ Βασίλης, ὁ κλέφτης ὀνομάζεται, διὰ του κοινοτέρου ὀνόματος, Δῆμος.

Ἴσως ἐκ τούτων θὰ μπορούσε κάποιος νὰ ὑποθέση ὅτι πρόκειται περί Θεσσαλού κλέφτη τῶν ἀρχῶν τοῦ 19ου αἰῶνος. Εκείνο, πάντως, τὸ ὁποῖο ἔχει σημασία εἶναι ὅτι τὸ ἄσμα ἀποδίδει μὲ λιτό τρόπο τὸ πάθος γιὰ τὴν ἐλευθερία τὸ ὁποῖον ὠθοῦσε προς τὸν ἀδέσμευτο βίο τοῦ κλέφτη στα βουνά. 

Τὸ ἄσμα δημοσιεύθηκε γιὰ πρώτη φορά στη συλλογή δημοτικών ἀσμάτων τοῦ Σπ. Ζαμπελίου.

"Βασίλη, κάτσε φρόνιμα, να γίνης νοικοκύρης,
για ν' αποχτήσης πρόβατα, ζευγάρια κι' αγελάδες,
χωριά κι' αμπελοχώραφα, κοπέλια να δουλεύουν.
-Μάννα μου εγώ δεν κάθομαι να γίνω νοικοκύρης,
να κάμω αμπελοχώραφα, κοπέλια να δουλεύουν,
και να μαι σκλάβος των Τουρκών, κοπέλι 'ς τους γερόντους.
Φέρε μου ταλαφρό σπαθί και το βαριό τουφέκι,
να πεταχτώ σαν το πουλί ψηλά 'ς τα κορφοβούνια,
να πάρω δίπλα τα βουνά, να περπατήσω λόγκους,
να βρω λημέρια των κλεφτών, γιατάκια καπετάνων,
και να σουρίξω κλέφτικα, να σμίξω τους συντρόφους,
που πολεμούν με την Τουρκιά και με τους Αρβανίταις."

Πουρνό φιλεί τη μάννα του, πουρνό ξεπροβοδειέται.
"Γεια σας βουνά με τους γκρεμνούς, λαγκάδια με τοις πάχναις!
-Καλό 'ς το τάξιο το παιδί και τάξιο παλληκάρι."

Μάννα, μ' έκαταράστηκες, βαρειά κατάρα μου είπες.
"Κλέφτης να βγης, παιδάκι μου, κάμπους, βουνά να τρέχης,
ολημερίς 'ς τον πόλεμο, τη νύχτα καραούλι,
και 'ς τα γλυκοχαράματα να πιάνης το ταμπούρι".

Να ήσουνα πετροπέρδικα 'ς τα πλάγια του Πετρίλου,
ν' αγνάντευες πώς πολεμάν οι κλέφτες με τους Τούρκους,
ν' αγνάντευες το γιόκα σου μπροστά απ' τα παλληκάρια.
Ομπρός ξεστρώνει την Τουρκιά με το σπαθί 'ς το χέρι,
κι' απ' τη φωνή του την ψηλή αχολογάει ο τόπος.
"Βαρείτε, παλληκάρια μου, σκοτώνετε τους σκύλους,
ψυχή να μην αφήσουμε οπίσω να γυρίση,
τι έκαμα όρκο φοβερό, Τούρκο να μη σκλαβώσω". 
 
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...